Posts

Πέντε / Παραμύθι: Το ελάφι

Image
Η ιστορία αυτή μπορεί να λέγεται απ' το βράδυ ως το ξημέρωμα, μα μπορεί να ειπωθεί και με δυο ψιθύρους. Ήταν ένα ελάφι σ' ένα βουνό, ανάμεσα στα δέντρα, πληγώθηκε κάποια στιγμή σε μια παγίδα. Κουτσαίνοντας ολομόναχο κατέφτασε ως την καλύβα του μάγου. Είχε χάσει πολύ αίμα. "Μάγε! Σοφέ, είσαι εδω"; Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε δειλά κι αδύναμα με τη μουσούδα του. Η καλύβα ήταν βυθισμένη στο μισοσκόταδο, η φωτιά στο τζάκι δεν έκαιγε γιατί ήταν τέλη άνοιξης. Ένας άντρας στεκόταν όρθιος μπροστά από ένα τραπέζι. "Μάγε, χτύπησα", είπε με πνιχτή φωνή το ελάφι. "Άκουσα, έχω ακούσει πως με τα βότανα και τα γιατρικά σου, με τη φροντίδα και τις προσευχές σου μπορείς να γειάνεις και τις πιο πικρές πληγές". "Πράγματι", είπε δίχως αν γυρίσει ο σοφός. "Ξάπλωσε εκεί στο σεντόνι" κι έδειξε ένα κιτρινωπό σεντόνι στη μια γωνιά του μοναδικού δωματίου της καλύβας του. "Θα γίνω καλά;" ρώτησε με αγωνία το ελάφι, "έχω αρχίσει να ζ...

Τέσσερα / Παραμύθι: Το γράμμα, το ψίχουλο και ο ποταμός

Image
Ήταν κάποτε, μια στιγμή έστω μηδέν, που πέρασαν νύχτες αμέτρητες - μα δεν πέρασε ούτε μια χωρίς να τη μετρήσει ένα παιδί που φοβόταν το σκοτάδι. Κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, άνοιγε ένα παλιό μπαουλάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του και διάβαζε από ένα μικρό γράμμα που κάποτε έγραφε η γιαγιά του σ' ένα αγόρι που αγαπούσε. Κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, λίγο πριν το πάρει ο ύπνος, για να το πάρει ο ύπνος άνοιγε ένα παλιό μπαουλάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του και διάβαζε ένα γράμμα τη φορά που είχε γράψει εκείνη σ' ένα αγόρι που είχε αγαπήσει και δεν του τα έστελνε ποτέ. Όταν ξυπνούσε το πρωί είχε δει ένα όνειρο, που ποτέ δε θυμόταν. Έτσι καθόταν στο τραπέζι και έπιανε σκόρπιες εικόνες και λέξεις και τις κολλούσε τη μια δίπλα στην άλλη, την άλλη μέσα στην άλλη, για να καταγράψει το όνειρο που είχε δει και δε θυμόταν. Κάθε πρωί που ξυπνούσε είχε δει ένα όνειρο, που ποτέ δε θυμόταν το παιδί που φοβόταν το σκοτάδι. Μια ροδακινιά βρισκόταν κοντά στο παράθυρο κι έφτιαχνε ροδάκινα από ό,...

Τρία / Παραμύθι: Μια κόκκινη σαΐτα που διασχίζει γαλάζιους ουρανούς

Image
Ήταν κάποτε μια σαΐτα κόκκινη που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς. Δεν ήξερε τι σημαίνει "θέλω", οπότε δεν ήξερε αν ήθελε ή δεν ήθελε να διασχίζει γαλάζιους ουρανούς. Και δεν ήξερε τι σημαίνει "πρέπει", οπότε δεν ήξερε αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να διασχίζει γαλάζιους ουρανούς. Και δεν ήξερε τι σημαίνει "μπορώ", οπότε δεν ήξερε αν μπορούσε ή δεν μπορούσε να διασχίζει γαλάζιους ουρανούς. Τέλος, δεν ήξερε τι σημαίνει "ξέρω", οπότε δεν ήξερε αν ήξερε ή όχι τι διασχίζει κι αν διασχίζει γαλάζιους ουρανούς ή τι είναι γαλάζιοι ουρανοί. Την είδαν δυο μάτια. Κι είδαν μια κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς. Την άκουσαν δυο αυτιά να γλιστράει στον αέρα, όπως ακούγεται το πετάρισμα ενός τεντωμένου υφάσματος στον άνεμο. Κι άκουσαν μια κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς. Και δυο χέρια βάλθηκαν να την πιάσουν, να την τραβήξουν κάτω, να μη διασχίζει πια γαλάζιους ουρανούς. Και τα χέρια που ήξεραν τι χρειάζεται για να τη φτάσουν κι ήθελαν να τη φτάσ...

Δύο / Παραμύθι: "Ο γίγαντας και η σκιά του"

Image
Κάπου, κάπως, κάποτε ζούσε και δε ζούσε σε μια σπηλιά ένας γίγαντας. Η σπηλιά έμοιαζε σα στόμα ενός πλάσματος πρωτόγονου που πάγωσε σε κάποια βαρυχειμωνιά πεσμένο σε χειμερία νάρκη. Ο γίγαντας ανήκε σε μια φυλή γιγάντων που ζούσαν διαρκώς σε σκιερά μέρη: σπηλιές, πυκνά δάση που δεν περνάει ίχνος ήλιου ή φεγγαριού ή μετανάστευαν κάθε φορά απ' τα μέρη που είχε για μήνες ολάκερους νύχτα σε άλλα μέρη που είχε για μήνες ολάκερους νύχτα όταν άλλαζαν οι εποχές. Το δέρμα του, όπως και των υπόλοιπων, ήταν πάλλευκο, χωρίς ρυτίδες. Κοιμόταν, όποτε ήθελε και δε χρειαζόταν να περιμένει ως το βράδυ, μια και δεν ξέρει πότε νύχτωνε ή ξημέρωνε. Όταν ήταν μικρότερος άκουγε ένα παραμύθι πριν κοιμηθεί, το παραμύθι του γίγαντα και της σκιάς του. Ήτανε, λέει, και δεν ήταν ένας γίγαντας πελώριος, πανώριος με πόδια που μοιάζανε με βράχους και χέρια που χάιδευαν τα σύννεφα. Το κεφάλι του μπορούσε να μυρίσει τα λουλούδια που τότε είχε το φεγγάρι και να πιει νερό απ' τις πηγές του ήλιου. όλοι τον φοβο...

Ένα / ο τρώσας και ιάσεται

Image
ο τρώσας και ιάσεται τραύμα βαθύ να νομίζεις πως άλλη η πληγή που άνοιξες κι άλλη η πληγή που σ' αναμένει να την κλείσεις ο τρώσας και ιάσεται τραύμα βαθύ η πληγή η τομή το χάσμα η ασυνέχεια πάνω στην οποία ξανά και ξανά συντηρείται ο κεκοιμισμένος και σεσημασμένος πόνος συγχώρεση είναι να επαναπατρίζεται ο τρώσας αυτόν που είχαμε βγάλει στην άκρη και μάς έμενε η πληγή μέχρι τώρα ο Ιάσονας που το κομμάτι δέρματος του τραύματός μας θα το φέρει πίσω χρυσόμαλλο κι αθόρυβα θα το κρεμάσει σ' ένα κλαδί ενός δέντρου του Κήπου σαν παλτό kintsugi χρυσή επιδερμίδα στην αχανή ασυνέχεια του δέρματός μας που απ' την τομή θα έρθει θα έρθεις, την ώρα που απ' την τομή θα δραπετεύω από δω κι από τώρα και τον Κήπο