Τέσσερα / Παραμύθι: Το γράμμα, το ψίχουλο και ο ποταμός
Ήταν κάποτε, μια στιγμή έστω μηδέν, που πέρασαν νύχτες αμέτρητες - μα δεν πέρασε ούτε μια χωρίς να τη μετρήσει ένα παιδί που φοβόταν το σκοτάδι.
Κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, άνοιγε ένα παλιό μπαουλάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του και διάβαζε από ένα μικρό γράμμα που κάποτε έγραφε η γιαγιά του σ' ένα αγόρι που αγαπούσε. Κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, λίγο πριν το πάρει ο ύπνος, για να το πάρει ο ύπνος άνοιγε ένα παλιό μπαουλάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του και διάβαζε ένα γράμμα τη φορά που είχε γράψει εκείνη σ' ένα αγόρι που είχε αγαπήσει και δεν του τα έστελνε ποτέ.
Όταν ξυπνούσε το πρωί είχε δει ένα όνειρο, που ποτέ δε θυμόταν. Έτσι καθόταν στο τραπέζι και έπιανε σκόρπιες εικόνες και λέξεις και τις κολλούσε τη μια δίπλα στην άλλη, την άλλη μέσα στην άλλη, για να καταγράψει το όνειρο που είχε δει και δε θυμόταν. Κάθε πρωί που ξυπνούσε είχε δει ένα όνειρο, που ποτέ δε θυμόταν το παιδί που φοβόταν το σκοτάδι.
Μια ροδακινιά βρισκόταν κοντά στο παράθυρο κι έφτιαχνε ροδάκινα από ό,τι δεν ήταν ως τότε ένα ροδάκινο: λίγο νερό, λίγο ήλιο, αέρα κι ένα φιλί με μέλισσες και στο κουκούτσι που γεννούσε μέσα σε κάθε της καρπό ψιθύριζε ένα μυστικό απ' τη γλώσσα του παιδιού μέσα στο σπίτι, που δεν την καταλάβαινε. Η ροδακινιά άκουγε το παιδί που δεν άφηνε ούτε μία από τις νύχτες τις αμέτρητες χωρίς να τη μετρήσει σε μια γλώσσα που δεν είχε ακούσει ποτέ της παραμύθι ή νανούρισμα και να το καταλάβαινε και μουρμούραγε ανάμεσα απ' τις φυλλωσιές της κι ως μέσα στο κουκούτσι των φρούτων της ένα μυστικό που δεν ήξερε τι σημαίνει.
Κάθε πρωί ένα πουλί πετούσε πάνω από το σπίτι και τον κήπο με την ροδακινιά και κουνούσε τα φτερά του. Έφτανε στο παράθυρο, όπου το παιδί που φοβόταν το σκοτάδι και το έπαιρνε ο ύπνος διαβάζοντας τα γράμματα της γιαγιάς του τού είχε αφήσει λίγα ψίχουλα από το ψωμί που είχε φάει την προηγούμενη μέρα. Δεν ήξερε γιατί γινόταν ετούτη η προσφορά λες και το πουλί ήταν θεός, λες κι ο θεός ήταν πουλί ή λες κι οι δυο τους είχαν έναν πρόγονο κοινό απ' τον οποίο έρχονταν και που δεν ήταν ούτε πουλί, ούτε θεός.
Πέρασαν νύχτες αμέτρητες - κι ήρθε ένα άλλο παιδί που δεν άφηνε καμιά χωρίς να τη μετρήσει. Κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα, άνοιγε ένα μικρό συρτάρι στην άκρη του δωματίου και διάβαζε από ένα μικρό γράμμα που κάποτε έγραφε ένα παιδί το όνειρο που δεν θυμότανε πως είδε.
Κι ήταν κάποτε, μιαν άλλη στιγμή, δίπλα σε μια γέφυρα που περνούσανε περαστικοί πάνω από ένα ποτάμι και που περνούσαν βάρκες αδειανές κάτω από αυτή, ένας άνθρωπος που λάμβανε κάθε μέρα κι από ένα γράμμα ερωτικό. Και δεν ήξερε ούτε το όνομα που τα έστελνε, ούτε ήταν το όνομά του ίδιο με αυτόν που ήταν να τα λάβει. Τα διάβαζε φωναχτά ή άλλοτε χαμηλόφωνα. Κι ύστερα καθόταν κι έγραφε γράμματα που απαντούσαν στα γράμματα που λάβαινε και που τα γράμματα της διεύθυνσης μοιάζανε διαφορετικά κι ίσως και λίγο παιδικά από τα γράμματα μέσα στην κάθε επιστολή. Ύστερα καθότανε κι έγραφε γράμματα που απαντούσαν στα ερωτικά γράμματα που λάβαινε και που δεν ήταν γι' αυτόν -κι ενώ το ήξερε, του άρεσε. Κι ύστερα τα έβαζε σε ένα μικρό μπαουλάκι. Δεν τα έστελνε ποτέ. Άφηνε αναπάντητο τον έρωτα που διάβαζε.
Κι ήρθε κάποτε ένα πουλί και χτύπησε το τζάμι. Άφησε ένα γινωμένο ροδάκινο και ζήτησε γι' αντάλλαγμα το μπαούλο με τα γράμματα που έγραφε και δεν έστελνε ο άνθρωπος που έμενε δίπλα από τη γέφυρα. Κι ο άνθρωπος έφαγε το ροδάκινο, έσφαξε και το πουλί. Και πέρασαν νύχτες αμέτρητες και πέρασαν όλες χωρίς να τις μετρήσει.
Κι ήρθε ένα παιδί και χτύπησε την πόρτα. Άφησε ένα ημερολόγιο με όνειρα για να τ' ανταλλάξει με το πουλί -που δεν το λογάριαζε πως ήταν νεκρό. Κι ο άνθρωπος διάβασε το ημερολόγιο κι όσο το διάβαζε κι ώσπου να το διαβάσει, γέρασε και το παιδί. Και πέρασαν κι άλλες νύχτες αμέτρητες.
Κι ήρθε και τρίτη φορά μεγάλη καταιγίδα. Και φούσκωσε ο ποταμός και έπεσε η γέφυρα. Κι έβγαλε το μπαούλο με τα γράμματα και τα άφησε στο φουσκωμένο χείμαρρο. Και κάποτε καταλλάγιασε η βροχή, νύχτες και μέρες αμέτρητες μετά και κάτω από ένα δέντρο το βρήκε ένα κορίτσι. Το πήρε σπίτι του και τα διάβασε ένα προς ένα μονομιάς. Δεν έφαγε, ούτε ήπιε για εφτά ολάκερες ημέρες. Ούτε κοιμήθηκε για να ονειρευτεί. Την όγδοη μέρα ξεκίνησε να γράφει γράμματα. Κατάλαβε πως τα γράμματα που βρήκε ήταν όλα απαντήσεις και κάθισε να γράψει γράμματα που θα 'ταν οι ερωτήσεις τους.
Πέρασαν νύχτες αμέτρητες - μα δεν πέρασε ούτε μια χωρίς να τη μετρήσει ένα παιδί που φοβόταν το σκοτάδι.
Κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, άνοιγε ένα παλιό μπαουλάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του και διάβαζε από ένα μικρό γράμμα που κάποτε έγραφε η γιαγιά του σ' ένα αγόρι που αγαπούσε. Κάθε βράδυ, τα μεσάνυχτα, λίγο πριν το πάρει ο ύπνος, για να το πάρει ο ύπνος άνοιγε ένα παλιό μπαουλάκι που του είχε αφήσει η γιαγιά του και διάβαζε ένα γράμμα τη φορά που είχε γράψει εκείνη σ' ένα αγόρι που είχε αγαπήσει και δεν του τα έστελνε ποτέ.

Comments
Post a Comment