Τρία / Παραμύθι: Μια κόκκινη σαΐτα που διασχίζει γαλάζιους ουρανούς
Την είδαν δυο μάτια. Κι είδαν μια κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς. Την άκουσαν δυο αυτιά να γλιστράει στον αέρα, όπως ακούγεται το πετάρισμα ενός τεντωμένου υφάσματος στον άνεμο. Κι άκουσαν μια κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς. Και δυο χέρια βάλθηκαν να την πιάσουν, να την τραβήξουν κάτω, να μη διασχίζει πια γαλάζιους ουρανούς.
Και τα χέρια που ήξεραν τι χρειάζεται για να τη φτάσουν κι ήθελαν να τη φτάσουν και έπρεπε να τη φτάσουν και μπορούσαν να τη φτάσουν, μάθανε την τέχνη των πουλιών που φτερουγίζοντας άλλαζαν τον καιρό και πήραν στον κατόπι την κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς.
Και τα μάτια που ήξεραν τι χρειάζεται για να τη φτάσουν κι ήθελαν να τη φτάσουν και έπρεπε να τη φτάσουν και μπορούσαν να τη φτάσουν, μάθανε την τέχνη της αυγής που ρίχνοντας φως στη γη έβλεπαν πολλά περισσότερα απ' την νύχτα και δεν ξεγελιόνταν απ' τις σκιές της και πήραν στο κατόπι την κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς.
Και τα αυτιά που ήξεραν τι χρειάζεται για να τη φτάσουν κι ήθελαν να τη φτάσουν και έπρεπε να τη φτάσουν και μπορούσαν να τη φτάσουν, μάθανε την τέχνη των ανθρώπων που δίνανε φωνή σ' ό,τι δεν είχε κι έπαιρναν τη φωνή σ' αυτό που είχε και πήραν στο κατόπι την κόκκινη σαΐτα που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς.
Κι η σαΐτα η κόκκινη μες στους γαλάζιους ουρανούς βγήκε απ' το παραμύθι και πια δεν ήταν μια σαΐτα κόκκινη που διέσχιζε γαλάζιους ουρανούς και στο κατόπι ένα σώμα. Ήταν γαλάζιοι ουρανοί και στο κατόπι ένα σώμα. Και τα μάτια γίνανε η επόμενη αυγή και τα αυτιά ήταν εκεί ν' ακούσουνε τους ήχους μέρας και νύχτας και τα χέρια σκορπίσανε σ' ό,τι αγγίζεται κι ό,τι εγγίζεται στον κόσμο και στην πλάση.
Κι έτσι ο κόσμος δεν ξαναχτίστηκε, μα πήρε παράταση μιας μέρας.

Comments
Post a Comment