Δύο / Παραμύθι: "Ο γίγαντας και η σκιά του"
Κάπου, κάπως, κάποτε ζούσε και δε ζούσε σε μια σπηλιά ένας γίγαντας. Η σπηλιά έμοιαζε σα στόμα ενός πλάσματος πρωτόγονου που πάγωσε σε κάποια βαρυχειμωνιά πεσμένο σε χειμερία νάρκη. Ο γίγαντας ανήκε σε μια φυλή γιγάντων που ζούσαν διαρκώς σε σκιερά μέρη: σπηλιές, πυκνά δάση που δεν περνάει ίχνος ήλιου ή φεγγαριού ή μετανάστευαν κάθε φορά απ' τα μέρη που είχε για μήνες ολάκερους νύχτα σε άλλα μέρη που είχε για μήνες ολάκερους νύχτα όταν άλλαζαν οι εποχές.
Το δέρμα του, όπως και των υπόλοιπων, ήταν πάλλευκο, χωρίς ρυτίδες. Κοιμόταν, όποτε ήθελε και δε χρειαζόταν να περιμένει ως το βράδυ, μια και δεν ξέρει πότε νύχτωνε ή ξημέρωνε. Όταν ήταν μικρότερος άκουγε ένα παραμύθι πριν κοιμηθεί, το παραμύθι του γίγαντα και της σκιάς του.
Ήτανε, λέει, και δεν ήταν ένας γίγαντας πελώριος, πανώριος με πόδια που μοιάζανε με βράχους και χέρια που χάιδευαν τα σύννεφα. Το κεφάλι του μπορούσε να μυρίσει τα λουλούδια που τότε είχε το φεγγάρι και να πιει νερό απ' τις πηγές του ήλιου. όλοι τον φοβούνταν, μα εκείνος δεν φοβόταν τίποτε και κανέναν. Τα καιρικά φαινόμενα δεν τον έφταναν, οι σεισμοί δεν μπορούσαν να τον γκρεμίσουν, οι αέρηδες όσο δυνατοί και να ήταν δεν μπορούσαν με τίποτε να τον κουνήσουν αν πείσμωνε. Στο βαθύτερο σημείο της θάλασσα έβρεχε μέχρι το γόνατό του και δρσκέλιζε τη γη σε 7 βήματα. Είχε μάθει απ' τους γονείς του πως δεν έπρεπε να κοιτάει ποτέ πίσω, γιατί οι γίγαντες είναι πλάσματα αγέρωχα, δυνατά, που κοιτάνε πάντα μπροστά και ψηλά, έχουν τη δύναμη να αντικρύζουν τον ήλιο και να φωνάζουν και να ακούγονται σε όλο τον ουρανό, αλλά ποτέ δε θα έπρεπε να φοβίζουν τους ανθρώπους, τα ζώα, τα δέντρα και τα πουλιά.
Κάποτε προσευχήθηκε με όλη του τη δύναμη που ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει τόσο δυνατά, που ακόμη κι η θάλασσα κυμάτισε με μεγαλύτερη ορμή κι ο άνεμος άλλαξε φορά. Προσευχήθηκε να έχει αυτό που του έλειπε από τη ζωή του: ο φόβος. Είχε κλείσει τα μάτια του, είχε καθίσει σε έναν λόφο και προσευχόταν δυνατά από μέσα του. Τόσο δυνατά που ο λόφος έτρεμε σαν να γινότανε σεισμός και τα πουλιά πετάξανε ψηλά και μακριά σαν να αποδημούσαν και τα ζώα του δάσους έτρεξαν μακριά. Προσευχόταν ο γίγαντας να έχει κάτι να φοβάται. Όσο προσευχόταν τα βλέφαρά του, τα μαλλιά του, τα φρύδια του, τα γένια του κι όλες οι τρίχες του σώματός του έπεφταν στη γη και φύτρωσαν κήποι και χωράφια με σπαρτά κι όσο πιο πολύ έσφιγγε τα μάτια του και όσο πιο δυνατά χτυπούσε η καρδιά του κομμάτια από το δέρμα του τα έπαιρνε ο άνεμος και τα έκανε νησάκια στις κοντινές τις θάλασσες και απ' το αίμα των δακρύων του πήρε το ηλιοβασίλεμα μια πιο κόκκινη απόχρωση και άρχισε να μικραίνει τόσο πολύ που έφτασε να είναι μικρότερος από τον λόφο, αλλά πάντοτε μεγαλύτερος απ' τους ανθρώπους.
Καθώς γυρνούσε με το βλέμμα του να αντικρύσει το νέο του σώμα παρατήρησε ακριβώς από πίσω του μια ξαπλωμένη σκοτεινή φιγούρα. Έκανε να την πλησιάσει μα σε κάθε βήμα του εκείνη ξεμάκραινε. Και κάθε φορά που ξεμάκραινε αυτός εκείνη τον ακολουθούσε. Τρόμαξε, αλλά επειδή δεν ήξερε πώς είναι να νιώθεις τρόμο, ένιωσε πως δε μπορούσε να ελέγξει το σώμα του, αυτό που αισθανόταν και το πώς έτρεμε.
Έτσι θυμόταν το παραμύθι ο γίγαντας που άκουγε πριν κοιμηθεί, το παραμύθι του γίγαντα και της σκιάς του. Ρωτούσε να μάθει τη συνέχεια και δεν την ήξεραν. Τη συζητούσαν στις σπάνιες συναντήσεις των γιγάντων και δεν σκεφτόταν κανείς τι μπορεί να είχε συμβεί αργότερα και γιατί ένα τόσο ισχυρό πλάσμα να θέλει να φοβάται. Ο γίγαντας που κάπου, κάπως, κάποτε ζούσε σε μια σπηλιά που έμοιαζε με στόμα ενός πλάσματος πρωτόγονου, αναρωτιόταν πώς θα ήταν η ζωή του χωρίς να φοβάται. Ξάπλωσε, έσφιξε τα γόνατά του τυλίγοντας τριγύρω τους τα χέρια του στο στήθος του, έγειρε στο πλάι κι άρχισε να προσεύχεται με όλη του τη δύναμη που ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, είχε κλείσει τα μάτια του και προσευχόταν δυνατά από μέσα του. Κι όσο προσευχόταν ένιωθε τα βλέφαρά του, τα μαλλιά του, τα φρύδια του, τα γένια του κι όλες τις τρίχες του σώματός τους να βαραίνουν, το δέρμα του να χαλαρώνει, τα μάτια του να μη βλέπουν το σκοτάδι απ' τα κλειστά του βλέφαρα κι απ' έξω απ' τη σπηλιά έφταναν οι ήχοι απ' τον άνεμο κι απ' το δάσος που σιγά σιγά επέστρεφε στις φωλιές του. Κι αποκοιμήθηκε.

Comments
Post a Comment